Glossary

English French Norwegian Greek Spanish Ialian Dutch Danish Czech Hungarian

Select letter: α | β | γ | δ | ε | ζ | η | θ | ι | κ | λ | μ | ν | ξ | ο | π | ρ | σ | τ | υ | φ | χ | ψ | ω |

οικοδόμηση ικανοτήτων-Διαδικασία οικοδόμησης ικανοτήτων και γνώσεων από το εργατικό δυναμικό.

Ομαδική εργασία-Από κοινού εργασία ατόμων για ένα σκοπό/έργο.

Ομαδάρχης-Το άτομο το οποίο καθοδηγεί μια ομάδα εργαζομένων με σκοπό την επίτευξη κοινών στόχων. Ο ομαδάρχης μπορεί ή όχι να έχει άμεση διευθυντική ευθύνη για τα μέλη της ομάδας.